Νότια -Noanti (Nonanti)

 

gggt
Η Αλμωπία χωρίζεται στον πεδινό και ορεινό χώρο της.
Στον ορεινό υπάρχουν τα «Επάνω χωριά» που είναι πέντε:
Αετοχώρι,
Νότια,
Περίκλεια,
Λαγκαδιά κι ο
Αρχάγγελος.

Όλα είναι χτισμένα στην βόρεια και δυτική πλευρά ενός πλούσιου μεγάλου οροπεδίου, στη συμβολή του  όρους  Πάϊκo  (1650)   και όρος Τζένα   (2182).
Την ομορφιά και την έκταση του οροπεδίου τούτου την αντιλαμβάνεται κανείς όταν καθώς ανηφορίζεις απ’ την Περίκλεια για τον Αρχάγγελο, ρίξεις μια ματιά κάτω προς τα Νότια και Δυτικά.
Ένα μεγάλο, καταπράσινο και γνήσιο οροπέδιο, ανοίγεται μπροστά σου, και ξεχνάς πως είσαι ανάμεσα σε βουνά, καθώς ακούς το βοητό του ποτάμιου που διασχίζει τούτο το χάρμα ομορφιάς και πλούτου, που  δίκαια  ονομάζεται   «Μικρή  Αλμωπία».

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, η Νότια, ήταν έδρα επισκοπής που η πολύπλευρη δραστηριότητα της μαρτυρείται σήμερα στις παλιές εκκλησίες όλων των «επάνω χωριών», πλην της Νότιας, που η παλιά της Εκκλησία δε σώζεται σήμερα.

Στις εκκλησίες τούτες μας συγκινεί η απλοϊκή έκφραση στην εξιστόρηση των θρησκευτικών γεγονότων, που μεταχειρίζεται η λαϊκή τέχνη των ανθρώπων, όταν αγωνίζονται (μέσα σε ‘δύσκολους χρόνους για να σώσουν τις παραδόσεις τους, τη θρησκεία τους, τη γλώσσα τους και  τον ενθουσιασμό τους.

Και συγκινούμαστε πιο πολύ οι Φλωρινιώτες, όταν συναντούμε επιγραφές σαν αυτή του κοιμητηρίου του χωριού Λαγκαδιά: «Ούτος ο Ιερός Ναός των Αγίων Αναργύρων εκτίσθη κατά το έτος 1863, υπό της Κοινότητος Λαγγούντσης ( = Λαγκαδιά) και επί αρχιερατεύοντος του Αγίου Μογλενών και Φλωρίνης κ. κ. Προκοπίου. Τέτοιες επιγραφές υπάρχουν και σ’ άλλες εκκλησίες της περιοχής Μογλενών κι όχι μόνο στα «επάνω χωριά», απ’ τα οποία τα δύο πρώτα, Αετοχώρι και Νότια, αποτελούν μ:α κοινότητα και μας ενδιαφέρουν.

ΑΕΤΟΧΩΡΙ
Στο χωριό τούτο εγκαταστάθηκε ο αδελφός του Δεσπότη Μογλενών που τούρκεψε κι ονομαζόταν Δημήτριος,  δηλ. Τούσης. Γι αυτό και το χωριό με την παλιά ονομασία του λέγεται Τούσιμ ή Τούσιανη.
Έγινε το χωριό, εδώ που είναι σήμερα, γιατί έχει νερά, είναι πιο κοντά ο κάμπος και το χτυπάει ο αέρας ( = βοριάς) λιγότερο.

Ονομάστηκε Αετοχώρι, γιατί δεξιά του δημόσιου δρόμου που πάει για Νότια, μέσα στον κάμπο, σώζονται ερείπια από παλιότερο χωριό που λεγόταν Αετός.

Οι χωρικοί λένε πως οι παππούδες τους ζούσαν πρώτα στη Θέση Όρλακ που είχε πολύ αέρα και λίγο νερό. Η ονομασία πρέπει να προέρχεται:
1) ORAK   ( = όρακ) = τουρκικό  όνομα=δρεπάνι
2) ORAKCI ( = ορακτσί=τονίζεται η λήγουσα ι με άφωνο το ι) = τουρ. όνομα = θεριστής, δηλ. το μέρος που Θερίζεται απ’ τον αέρα ή σαν δρεπάνι.
Μετά το Όρλακ ζούσαν στη θέση Πίνοβο, που είναι όρος (ύψ. 2156), όπου σώζονται και σήμερα ακόμα, ερείπια κι άλλες εγκαταστάσεις, όπου όμως δεν είχε ούτε κάμπο, ούτε νερό. Η ονομασία πρέπει  να  προέρχεται:
1) ΡΙΝΤΙ   ( = πιντί) =τουρ. επίθ. = γλίσχρος,   άθλιος,  ποταπός.
2) OVA ή OVΟ ( = οβά ή όβο) =τουρκικό όνομα = πεδιάδα, κάμ
πος  δηλ. η ποταπή, γλίσχρη, άθλια  πεδιάδα. Φυσικά  πεδιάδα  δεν είχε το Πίνοβο, τέτοιο όμως λογίζεται το μέρος που ήταν χτισμένο, γιατί ήταν ένα ίσιωμα   (πλάτωμα).
Άλλοι λένε πως οι κάτοικοι του Πίνοβο, φύγανε προς την Αραβυσό  Γιαννιτσών.

Στο Αετοχώρι επειδή παλιά πέθαιναν οι νέοι, κατ’ άλλους οι νιόπαντροι, γι αυτό όργωσαν το χωριό γύρω — γύρω με δίδυμα δαμάλια και αλέτρι, κατ’ άλλους το αλέτρι ήταν χρυσό, που τα οδηγούσε δίδυμος αδελφός, και, όπου σταματούσαν για ξεκούραση τα δαμάλια, χτίσαν τα παρεκκλήσια: ‘Αγιος Συμεών, ‘Αη Θανάσης, Αγία  Κυριακή, Παναγίας, Αγίας Παρασκευής.

Σαν τέλειωσε η δουλειά, σφάξανε τα δαμάλια, και τα βάλανε στα μνήματα της Εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου, που βρίσκεται αριστερά καθώς μπαίνεις στο χωριό, — πολύ μεγάλη Εκκλησία, βασιλικού ρυθμού — και βάλανε πάνω τους μια στρόγγυλη πέτρα, σα μυλόπετρα, όρθια.

Αν πέσει ή γύρει η πέτρα, τότε, θα ξανάρθει το κακό. Γιαυτό την προσέχουν και την ξανατοποθετούν στη θέση της, όρθια, γιατί αλλιώς θα πεθάνουν οι γυναίκες.
Το καμπαναριό τ’ ‘Αη Δημήτρη το χτίσανε με ύψος 15 μέτρα.
Δεν τους άφησαν οι τούρκοι να το χτίσουν ψηλότερο, γιατί απ’ το ύψος του θα΄βλεπαν τις γυναίκες του μπέη της Αψάλου, χωριό πάνω από 50 χιλ. μακριά, στη μέση του κάμπου της Αλμωπίας, στα ριζά του βουνού προς ‘Εδεσσα.
Γι αυτό το συμπλήρωσαν με ξύλα και κρέμασαν την καμπάνα.
Έτσι απ΄ τα πέντε πατώματα του καμπαναριού, τα τέσσερα είναι με πέτρα και το ένα, το πέμπτο, με ξύλα.
Το 1945 το Αετοχώρι είχε 1100 κατοίκους και σήμερα φτάνει τους 190, κι ήταν πάντα πλούσιο, πιο πολύ για την κτηνοτροφία του.

Στην Εκκλησία τ’ Αη Δημήτρη υπάρχει ανορθόγραφη επιγραφή, που γράφει:
«Αυτή η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου ειστορήθη εις τον κερόν του Ιερατέβωντος Πανιερώτατος μητροπολίτις κυρίω κυρίω Προκοπίου Μογλενών (ακολουθούν ονόματα ιερέων και χωρικών) δια χειρός Αναστασίου με τα παιδιά μου Βαγγέλη, Νικολάου, Κωνσταντίνη εκ χωρίου Κρούσεβα 1866». Κρούσεβα είναι το γνωστό μας Κρούσσβο — Μοναστηρίου.
Οι ίδιοι ζωγράφισαν σχεδόν όλες τις εκκλησίες των «επάνω χωριών» της Αλμωπίας.
Στην εκκλησία του χωριού έρχονταν και συνεόρταζαν, μαζί με τους ντόπιους και οι εξισλαμισμένοι βλαχόφωνοι κάτοικοι της Νότιας, οι Νοτιαλήδες όπως τους έλεγαν, κι έφερναν λάδια και κεριά για τον Άγιο  ( = Δημήτριο).

Και παρότι οι Αετοχωρίτες είναι ντόπιοι οι βλαχόφωνοι μωαμεθανοί της Νότιας είχαν στενούς δασμούς μαζί τους, ως την ανταλλαγή των πληθυσμών το  1923.

Μάλιστα οι εξισλαμισμένοι Νοτιαλήδες διατήρησαν τα χριστιανικά τους έθιμα και οι γυναίκες τους μετά το ζύμωμα του ψωμιού και πριν το σκεπάσουν, για να πετύχει και φουσκώσει το σταύρωναν.

Τον Αύγουστο του 1978, οι Αετοχωρίτες μού΄παν πως πρώτα τούρκεψε ο Δεσπότης και μετά το χωριό ( = Νότια).
Αυτό το κατάλαβαν, λέει, απ’ το χαιρετισμό του Δεσπότη.
Δεν τους είπε καλημέρα, αλλά SABANAROSUN = σαμπανάροσουν. Το σωστό είναι SAEAHLAR   ΟLSUN   δηλ.  σαμπαχλάρ   ολοούν, γιατί
1) SABAH   =   σαμπάχ   =   αραβικό   όνομα   =   πρωΐ,  αυγή.
2) OLSUN = ολοούν = τουρκική προστακτική του ρήματος OLMAK = έστω, τουλάχιστον ώστε σαμπαχλάρ ολοούν σημαίνει καλημέρα.

ΝΟΤΙΑ    Η’   ΝΩΤΙΑ
Η Νότια είναι το χωριό του Δεσπότη ή Επίσκοπου ή Μητροπολίτη Μογλενών. Απέχει πέντε χιλμ. απ’ το Αετοχώρι. Η θέση του είναι επίκαιρη, κι είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Τζένα, σε υψόμετρο 595 μέτρα.

Αρχαιολογικά ευρήματα μας πείθουν ότι είχε κατοικηθεί απ’ τα αρχαία χρόνια.

Έχουν βρεθεί αγάλματα, νομίσματα με τη μορφή του Μεγ. Αλέξανδρου  κλπ, στο χωριό.
Ο Ιερός Ναός Μητρόπολης Ενωτίας ή Νώτιας ή Νότιας, αφιερωμένος  στον  Αη  Γιώργη,  δε σώζεται. Τον  κάψανε οι τούρκοι.

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923, η Νότια κατοικήθηκε από Πόντιους, που ασχολούνται με την καλλιέργεια της πατάτας, γενικά τη γεωργία και κτηνοτροφία.
Το χωριό έχει φυσικές  καλλονές, άφθονα νερά,  ωραίο κλίμα.
Χαρακτηριστικό είναι η διατήρηση του αρχαίου ονόματος της, σ’ όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, με αποτέλεσμα, μετά την απελευθέρωση όλη η Επαρχία να ονομαστεί Υποδιοίκηση Ενωτίας ως   το   1927,  οπότε   ονομάστηκε   Επαρχία  Αλμωπίας.
Πάνω απ’ το χωριό, σ’ ένα απόκρημνο ύψωμα, όπου σώζεται ερειπωμένη οχυρωματική γραμμή, οι κάτοικοι το ονομάζουν «Ενώτια» και πιστεύουν ότι είναι το φρούριο που κυρίευσε ο Βουλγαροκτόνος μετά την άλωαη των Μογλενών, είναι δηλ. το κάστρο των Μογλενών.

Τη σχετική είδηση μας άφησε ο ιστορικός  Κεδρηνός.   Ο  ιστορικός    κι   αυτοκράτορας    Ιωάννης   Καντακουζινός, γράφει, πως μετά την ανάκτηση της Έδεσσας απ’ τον Κράλη των Σέρβων Ντουσάν το 1310 μ. Χ παραδόθηκαν και τα γύρω φρούρια καθώς  και τα   «Νότια».

Στην περίοδο της τουρκοκρατίας το χωριό, το περιηγήθηκαν και ξένοι. Ο περιηγητής DELACOULONCHE, ταυτίζει τα βυζαντινά Νότια, με το σημερινό χωριό, ενώ ο DESDEVISES, διαπιστώνει αρχαία ερείπια.
Ο Κεραμόπουλος, στην Π. Α. Ε. 1934, γράφει για τ’ αρχαία του χωριού, κι ο Παπαδάκης μας λέει, πως, τα δυο τζαμιά του χωριού, της Αγίας Αικατερίνης και το λεγόμενο «Μοναστήρι» έχουν αρχαία μαρμάρινα αρχιτεκτονικά  κομμάτια κλπ.

Η διατήρηση των χριστιανικών ονομάτων, στα τούρκικα τζαμιά, είναι περίπτωση εντυπωσιακή κι απηχεί την παράδοση του εξισλαμισμού  των χριστιανών της Νότιας του   18  αιώνα μ. Χ.
Τον τοπικό βόρειο αέρα, τον λένε πόρτες, γιατί έρχεται από ανατολικά όπου ενώνονται η Τζένα με το Πίνοβο, και μπροστά τους έχουν   βράχο, σαν  πόρτα.

Το χωριό χωρίζεται σε δυο μαχαλάδες (MAHALLE = μαχαλέ = αραβικό όνομα — συνοικία) με ποτάμι που διασχίζει το κέντρο του σχεδόν από βόρεια προς νότια. Το ΒΑ τμήμα λέγεται Μαναστήρ μαχαλά και ο άλλος Παϊγούς (==το ς παχύ) (BAYKUS = μπαι’κούς   (το  ς  παχύ)   =   τουρκικό όνομα   =   μπούφος,  γλαύκα.

Κατά το 1934 — 35 ο κτίστης Καλαϊτζίδης Παντελής, βρήκε μαρμάρινη πλάκα και την έκτισε στο θεμέλιο του σπιτιού του, και, κάθε βράδυ άκουγε κρότους, όμοιους πάντοτε. Γκρέμισε το σπίτι, κι έχτισε νέο. Σταμάτησαν οι κρότοι. Μετά βρήκε στο στύλο του παλιού σπιτιού, ως βάση του στύλου, μαρμάρινη πλάκα με εικόνα μάλλον της Παναγίας, στην οποία έκανε παρεκκλήσι, στον Αη Γιώργη, χωρίς να το τελειώσει, γιατί πιάστηκε και λίγο μετά πέθανε.

Η εικόνα είχε αγγέλους με φτερά, και την έβαλαν στο νεκροταφείο και χάθηκε. Μετά το 1945 κάνανε παρεκκλήσι. Όλα τούτα μου τα διηγήθηκε τον Αύγουστο του 1978 ο Παπά Βασίλης Χατζηπαυλής, 94 χρόνων τότε, που χειροτονήθηκε παπάς το   1936.
Στο μαχαλά Παϊγούς, υπήρχε η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Οι χωρικοί λένε πως ήταν στο χώρο του σημερινού Δημοτικού Σχολείου.  Δε σώζεται τίποτα.
Στον Άη Γιώργη δε σώζεται τίποτα επίσης. Εδώ είναι τα παλιά νεκροταφεία. Η μητρόπολη λένε, βρισκόταν κοντά στον Άη Γιώργη.
Βόρεια του χωριού, περίπου ένα χιλ. υπάρχει πηγή, η  PLACA( = πλάτσα το τσ παχύ) ίσως να προέρχεται απ’ το PLACKA ( = πλιάτσκα—το τσ παχύ) = αλβανικό όνομα = διαρπαγή, λάφυρο, γιατί εδώ οι τούρκοι σφάξανε δυο κοπέλες και οι γονείς τους καταράστηκαν, και από τότε η πηγή τρέχει επτά χρόνια και ένα στερεύει.
Όταν στερεύει το νερό, βγαίνει στην Αραβυσσό — χωριό των Γιαννιτσών, οπότε μπορείς να μπεις στη σπηλιά της πηγής. Σήμερα η πηγή ονομάζεται μάνα του νερού.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, η Νότια είχε 1.500 οικογένειες χριστιανικές και μόνον 130 τούρκικες. Ο εξισλαμισμός της την τούρκεψε.

Ν. Α. του χωριού, σ’ απόσταση δυο ως τρία χιλ. υπάρχει η τοποθεσία «Μοναστήρια» όπου βρέθηκαν προπολεμικά — όπως και γύρω στο 1975—76, καθώς άνοιγαν χωματόδρομους — πολλά κεραμίδια,  πυθάρια   και  κόκκινη πλάκα, ίσως  πάτωμα   εκκλησίας.
Στο Μαναστήρ μαχαλά, υπήρχε παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Γύρω στα 1975—76 μια χωρική που ζει στη Θεσσαλονίκη, ονειρεύτηκε κι έκανε νέο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, και κάθε χρόνο,   στη γιορτή  της, έρχεται  οικογενειακώς.

Στην πρώτη γέφυρα, πριν μπούμε στο χωριό, αριστερά του δημόσιου δρόμου, όλη η πλαγιά ήταν αμπέλια. Η παράδοση του χωριού λέει πως πέρασε μεταμφιεσμένος ο μητροπολίτης και ζήτησε ψωμί και νερό.
Δεν τού΄δωσαν και καταράστηκε να μη χορτάσουν ψωμί και το νερό να τρέχει θολό.
— Ποτέ σας να μην έχετε, ήταν η απάντηση.
Έτσι βγήκε κι ο αέρας πόρτες δηλ. ο βόρειας — προφανώς για να θολώνει το νερό — που οι Νωτιαλήδες τούρκοι τον λέγανε (BOYRAZ GELIOR) 1) POYRAZ = ποϊράζ = ελληνικό όνομα   =   βορράς 2)   GELIOR   (γκέλιορ) =τουρ. όν.  =   έρχεται.

Ο αέρας τούτος κάνει πολλές και μεγάλες ζημιές, γιατί καίει τα σιτάρια, τις πατάτες, το καλαμπόκι, το τριφύλλι, και φυσάει την ώρα  του αλωνισμού   (της  συγκομιδής)’.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, οι κατακτητές, πολύ παίδευαν τους χριστιανούς.
Μέχρι που γείτονες χωρικοί δεν μπορούσαν να περάσουν καβάλα σ’ άλογο ή άλλο ζώο, για ,να μη βλέπουν στο γυναικωνίτη των τούρκων τις γυναίκες τους.
Περνούσαν με χαμηλωμένο το βλέμμα τους προς το χώμα ή πεζοί. Ακόμα οι τούρκοι τους κλέβανε, τους δέρνανε, τους σκότωναν κλπ. χωρίς λόγο.

Οι τούρκοι του χωριού Νώτια, ήλθαν απ’ την τουρκιά και λέγανε πως γίναν Κι LIS TAN DONME δηλ. κιλιστάν ντιονμέ, που σημαίνει με το σπαθί αλλαξοπίστηοαν. ‘Ισως γι αυτό ήταν πιο σκληροί και φανατισμένοι.

1) ΚΙLiC = ιΚιλιτς (τα ι άφωνα, τονίζεται η λήγουσα και το τς παχύ) =τοηρ. όνοιμα  =   ξίφος,  σπαθί.
2) DONME = ντιονμέ = τουρ. ρημ. αφ. = στροφή, επιστροφή, αθέτηση   =  ως  επίθετο   =   εξομότης.
Αυτή η συμπεριφορά των τούρκων έκανε τους Νοτιαλήδες ν’ αλλαξοπιστήσουν.

Στο χωριό υπάρχουν πολλές παραλλαγές για τον εξισλαμισμό του Δεσπότη.

Οι κάτοικοι τις ξέρουν απ’ τις διηγήσεις των εξισλαμισμένων Νωτιαλήδων με την ανταλλαγή των πληθυσμών, γιατί πρώτα ήρθαν οι δικοί μας και μετά φύγανε οι τούρκοι.
Και τα λέγανε. Και ξέραν ότι άκουσαν από εκείνους, μα κι απ’ τα γειτονικά χωριά.

Μια λέει πως όταν εξισλαμίσθηκε το χωριό, τον Δεσπότη, τον κυνήγησαν οι τούρκοι και τον σφάξανε στη μάνα του νερού, κι ότι απ’ το αίμα του βγήκε η μάνα του νερού.

‘Αλλη λέει πως τον Δεσπότη τον σκότωσαν στα Γρεβενά, πάλι οι τούρκοι.

Και η τρίτη πως ο Μητροπολίτης Μαγδαληνός — έτσι λεγόταν — αυτοκτόνησε απ’ το τζαμί στη Λάρισα, ενώ ο αδελφός του Τούσης, πήγε στη Τούσιανη δηλ. Αετοχώρι. ‘Αλλοι λένε πως μερικοί κάτοικοι, του χωριού για ν’ αποφύγουν τον εξισλαμισμό, φύγαν κι εγκαταστάθηκαν στον Περλεπέ (γιουγκοσλάβικος σήμερα) στη Βέροια κι αλλού.
Το χωριό σήμερα ονομάζεται Νότια, γιατί είναι χτισμένο στα νότια του όρους Τζένα. Παλιά ονομαζόταν Ενώτια ή Ενωτία ή Νώτια. Η ονομασία προήλθε από τη λέξη ενώτιο που σημαίνει κόσμημα, στολίδι, σκουλαρίκι, κι όπως πράγματι είναι στολίδι της Τζέλας.

Ίσως Ενώτια να λέγονταν γιατί ένωνε την έδρα της Μητρόπολης Μογλενών και Φλώρινας, πόλη της Φλώρινας, με τις μακρινές περιοχές της  Μογλενά και  Γευγελή.

ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ
Τα Νώτια
«είναι χωρίον υπαγάμενον εις την διοίκησιν Γευγελής και απέχον περί τας είκοσιν ώρας της Φλωρίνης, την νυν εκκλησιαστικής έδρας της επαρχίας Μογλενών»
γράφει ένας ιστοριοδίφης του περασμένου αιώνα, που πρέπει νά΄ναι ο Πέτρος  Παπαγεωργίου.

Στα Νότια, στο πρώτο μισό του 18ού αιώνα, κρύβονταν φημισμένοι αρματολοί, κι εκεί είχαν το καταφύγιο τους, όσοι κυνηγιόντουσαν απ’ τους τούρκους. Εδώ ερχόταν πολύς κόσμος να κρυφτεί, κυρίως απ’ τη Φλώρινα που είναι πολύ μακρυά.

Ολόκληρους αιώνες, οι ‘Ελληνες πλήρωσαν με ποτάμια αίμα, εκατόμβες θυσιών, και απάνθρωπο εξανδραποδισμό, το άσβηστο μίσος και τις ατέλειωτες επιδρομές των τούρκων κατά του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού.
Γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα, οι κάτοικοι του χώρου μας ήταν βορά των καταχτητών. Και το χρονικό του χωριού Νώτια είναι τραγικό.

—«Οι κάτοικοι αυτού, συνεχίζει το χρονικό του ιστοριοδίφη, πρεσβεύουν την μωαμεθανικήν θρησκείαν, ποιούνται δε χρήσιν του κουτσοβλαχικού λεγομένου γλωσσικού ιδιώματος της Μακεδονίας, της νέας αυτής Βαβέλ, κοινώς και ούτοι προσωνυμούμενοι Καρατζοβαλήδες   (εκ του   διαμερίσματος Καρατζόβας).

Εδώ στα 1759 έγινε πράξη που στο κεφάλαιο εξισλαμισμός χριστιανών, χαρακτηρίζει περίλαμπρα την πάλη των δυο θρησκειών.

Στα Νώτια, όσοι κατάφευγαν δε βρίσκανε μόνο καταφύγιο, αλλά κι ασφάλεια και σιγουριά.
Βρίσκανε ακόμα και φαγητό και φιλοξενία, γιατί δεν έλειπε τίποτα στο χωριό.
Αν πάλι τύχαινε να τον κυνηγήσουν οι σαρικοφόροι, υπήρχε τρόπος να εξαφανιστεί κι ο καταζητούμενος και η φαμίλια του.

Στη Νώτια ήταν πολλά τα μέρη που δεν τα γνώριζαν οι αλλόθρησκοι.
Έτσι καθένας πήγαινε εκεί, κι ακουμπούσε τον εαυτό του, και τα παιδιά του, τη γυναίκα του και τα ζωντανά του πολλές φορές.

Το χωριό τούτο είχε απομείνει η μόνη χριστιανική γωνιά μέσα σ’ όλη την περιφέρεια. 

Τ’ άλλα χωριά και οι συνοικισμοί, είχαν αναγκαστεί να δεχτούν τη θρησκεία του Μωάμεθ, το ένα μετά το άλλο. Γι αυτό οι κάτοικοι της Νότιας, υποφέρανε τα πάνδεινα, όχι μονάχα απ’ τους τούρκους, αλλά κι απ’ τους εξωμότες, που τους καταδιώκανε χειρότερα απ’ τους πρώτους  με λύσσα.

Και το χρονικό συμπληρώνει: «Υπήρχε και κάποιος που έκανε σουνέτι, και πήρε το όνομα Χουρσίτ. HURSIT (το ς παχύ) = Περσικό όνομα = ήλιος = ως όνομα Κύρος, Απόλλωνας, Ηλιόδωρος. Τούτος εδώ ήταν ο χειρότερος απ’ όλους, κι ο πιό σκληρόκαρδος άνθρωπος σ’ όλη την περιοχή.

Στη Νώτια είχε έρθει πολλές φορές, απ’ το γειτονικό χωριό του, κι είχε δει τη Μαριόρα, τη θυγατέρα του Πέτρινου Νάστου.
Τότε ήταν ακόμα χριστιανός και κανείς δεν είχε αντίρρηση να του την δώσουν, γιατί ήταν άξιος νοικοκύρης.

Όμως η κοπέλα για κανένα λόγο δεν τον ήθελε, επειδή είχε άλλον στο νου της.

Μόλις αλλαξοπίστησε τούτος, σκέφτηκε να εκδικηθεί. 

Πήρε λοιπόν καμμιά πενηνταριά τουρκαλάδες με τα χατζάρια τους και με τ’ άλλα τους   όπλα  και μια   και   δυο   ήλθαν   όλοι  μαζί  στη   Νώτια.
Το πρώτο πού΄καμαν ήταν να πάνε στο σπίτι του Νάστου. Επειδή αυτός τρόμαξε και δεν τους άνοιξε, οι σαρικοφόροι σπάσανε την πόρτα και πιάσανε τον Πετρίνο, τη γυναίκα του Σμαραγδή, τους δυο αδελφούς της, τα πέντε αγόρια της, κι όλους τους υπηρέτες και βοηθούς,  που  ήταν  εκεί.
Την  Μαριόρα  όμως δεν τη   βρήκαν.
Μέσα στο σπίτι υπήρχε μια κρυφή καταπαχτή κι εκεί πήγε και κρύφτηκε. Τους δικούς της τους πήραν στην πλατεία του χωριού, κι άρχισαν να τους βασανίζουν, για να μάθουν πού είναι το κορίτσι.
Κανένας όμως δε μιλούσε.
Οι τούρκοι γίνανε ακόμα πιο ανήμερα θηρία.
Ο Χουρσίτ, που ήταν ξετρελαμένος με την κοπέλα και την ήθελε οπωσδήποτε δική του, έψαχνε να την βρει κι έτρεχε πάνω κάτω, σαν τρελός.
Ύστερα μάζεψε όλο το χωριό και τους είπε πως θα τους βάλει φωτιά να τους κάψει σαν τα ποντίκια, αν δεν του  ομολογήσουν πού βρίσκεται η Μαριόρα.
Αλλ’ αυτοί δεν ξέρανε πραγματικά και δε λέγανε τίποτα. Τότε πρόσταξε να σκάψουν μεγάλους λάκους στη μέση του χωριού.
Άντρες και γυναίκες πιάσανε τους κασμάδες και τις τσάπες κι άρχισαν να σκάβουν, ξέροντας πως οι λάκκοι τούτοι θα γινόντουσαν οι τάφοι τους.
Στο μεταξύ, στην πλατεία, οι τούρκοι βασανίζανε άγρια τον Πετρίνο και τη Σμαραγδή, για να τους πούνε που κρύβεται η θυγατέρα τους.
—Δεν ξέρουμε απαντούσαν εκείνοι. Αλλά και να ξέραμε δε θα σας το λέγαμε.
Οι  σαρικοφόροι, τότε, πήραν τα πέντε αγόρια, τα ξεγύμνωσαν και τα κρέμασαν ανάποδα σε κάτι δέντρα. Κάτω απ΄ τα κεφάλια τους, ανάψανε μεγάλες   φωτιές.

—Μιλήστε! τους φώναζαν οι τούρκοι. Μιλήστε, γιατί θα  σας κάψουμε.
—Ο θάνατος, δε μας τρομάζει! απαντούσαν τα παιδιά. Όσο πιο σκληρά πεθάνουμε, τόσο πιο γρήγορα θα φτάσουμε κοντά στο θεό.
—Δε λυπάστε τη ζωή σας;
—Εσάς λυπόμαστε!   Εμείς ακούμε κιόλας τη φωνή των αγγέλων.
«Έτσι μιλούσαν τα παιδιά, συνεχίζει το χρονικό — γραμμένο στην καθαρεύουσα φυσικά — γιατί οι γονείς τους τα είχαν προετοιμάσει από τότε που γεννήθηκαν κι άρχισαν να καταλαβαίνουν τον κόσμο, πως πάνω απ’ όλα στέκεται ο Θεός, ο Χριστός.
Βέβαια τα πέντε αγόρια των Νασταίων πονούσαν και κραύγαζαν άγρια, παρακαλώντας τον Κύριο να τα λυτρώσει μια ώρα αρχίτερα απ’ τα φρικτά μαρτύρια.
Τις κραυγές τους αυτές τις άκουγε φαίνεται και η Μαριόρα, μέσα στην καταπακτή της.
Δεν μπορούσε λοιπόν, να κρατήσει περισσότερο κι αποφάσισε να βγει στην επιφάνεια και να παρουσιαστεί στον Χουρσίτ, μόνο και μόνο για ν’ αφεθεί ελεύθερο το χωριό και οι δικοί της.

Η    ΜΑΡΙΟΡΑ

Η παραμάνα της Μαριόρας, που ήταν μαζί της μέσα στην καταπακτή, άρχισε να την παρακαλάει να μείνει εκεί πέρα, όπως είχε υποσχεθεί στον πατέρα της και τη μητέρα της.
—Οτι κι αν ακούσεις, ότι κι αν συμβεί, θα μείνεις εδώ κάτω, της είπαν εκείνοι. Έχεις τροφές και νερό για πολλές βδομάδες. Δεν πρέπει, λοιπόν, να ξεμυτήσεις πουθενά. Εμάς, ότι κι αν μας κάνουν, όσο κι αν μας βασανίσουν, θα μας αφήσουν στο τέλος. Ενώ εσένα θα σε κρατήσουν για πάντα.
Η μητέρα της έβγαλε ένα μικρό εικόνισμα του Χριστού από τον κόρφο της και τ’ απίθωσε μπροστά της.
Έλα κόρη μου, την παρακάλεσε. Βάλε το χέρι σου εδώ πάνω και πάρε όρκο.
—Τι  όρκο να  πάρω, μάνα;
– Πως δεν θα τουρκέψεις…
Η κοπέλα χαμογέλασε πικρά, κι είπε με παράπονο:
—Ώστε είναι ανάγκη να ορκιστώ γι αυτό;   έκανε. Δε με ξέρετε ακόμα;
—Σε ξέρουμε και σε παραξέρουμε, κόρη μου. Αλλ’ άμα θ’ ακούσεις τις φωνές μας και τα βογγητά μας, άμα θα αφουγκραστείς το κλάμα μας και τον πόνο μας, τότε θα πονέσεις κι εσύ και θα βγεις πάνω. Και όχι, καλύτερα να πεθάνουμε όλοι μας, παρά να σε δούμε τουρκάλα σε χαρέμι.
Γι αυτό και η παραμάνα της Μαριόρας, της έλεγε τώρα να θυμηθεί τον όρκο, που είχε δώσει στους γονείς της, προτού χωριστούνε.
Όμως, η πεντάμορφη νέα, δεν μπορούσε να κρατήσει.
Κάθε κραυγή π’ άκουγε, κάθε φωνή και κάθε αναστεναγμός, ήταν μια μαχαιριά στην καρδιά της. Μάταια η παραμάνα της την παρακαλούσε να μην κάνει καμμιά τέτοια τρέλα, γιατί θα πλήγωνε ακόμα πιο πολύ τους δικούς της.
Μα, πού να την ακούσει εκείνη! Το δράμα που παιζόταν έξω, στην πλατεία του χωριού, ήταν τόσο μεγάλο και τόσο τραγικό, ώστε  ξεπερνούσε τα όρια του  όρκου της.
Τι έφταιγαν όλοι  οι άλλοι, να πληρώσουν  γα  χάρη  δική της;
—Ότι κι αν κάνω, ο θεός θα με συγχωρέσει, είπε στη γριά παραμάνα της. Τον όρκο μου θα τον καταπατήσω αναγκαστικά, για να σωθούν οι άλλοι. Πώς θα μπορώ να σηκώνω τόσες ψυχές πάνω μου, άμα θά΄ρθει η ώρα μου να πεθάνω;
Η παραμάνα της κατάλαβε πως το κορίτσι είχε δίκιο. Όλ’ αυτά που της έλεγε, ήταν σωστά και λογικά. Γιατί να υποφέρουν πάνω από τριακόσιοι άνθρωποι, μόνον επειδή κρυβόταν τούτη για να μην πέσει στα χέρια τους; Έτσι την άφησε να κάνει αυτό που ήταν σωστό.
Μια και ‘δυο, τότε, βγήκε απ’ την καταπακτή, μπήκε στο σπίτι της, στολίστηκε, κι έγινε ακόμα πιο όμορφη.
Ύστερα τράβηξε στην πλατεία, όπου ήταν συγκεντρωμένο όλο το χωριό, κι έσκαβε λάκκους, για να θαφτούνε ζωντανοί.
Ήταν φοβερό αυτό που έβλεπε, μα έσφιξε την καρδιά της, και με σταθερό βήμα, πήγε να βρει το Χουρσίτ.
Άμα την είδε ο άλλος μπροστά του, έμεινε μ’ ανοιχτό στόμα.
—Τι γυρεύεις εσύ  εδώ πέρα;  τη ρώτησε.
— Ήρθα για  σένα,  του απάντησε εκείνη.
—Και τι  θα με κάνεις, αφού δε με θέλεις;
—Τόσον καιρό, δε σε ήθελα, όμως τώρα σε θέλω. Γιατί κατάλαβα πως είσαι πολύ δυνατός.
Οι γονείς της, όταν την είδαν στην πλατεία, να κουβεντιάζει με τον Χουρσίτ, κόντεψε να τους στρίψει το μυαλό.
—Μαριόρα! της φώναξε μ’ απόγνωση η μάνα της. Γιατί βγήκες   απ’ την  καταπαχτή;   Ξέχασες λοιπόν τον   όρκο   σου;
Η   κοπέλα την κοίταξε  με χαμόγελο.
—Τα ξέχασα όλα! αποκρίθηκε. Κι εσάς ακόμα. Από δω και πέρα θα ζήσω τη ζωή μου, όπως τη θέλω εγώ. Μη σας νοιάζει πια τι θα απογίνω.
Τότε, όλοι μαζί οι δικοί της, της φώναξαν να είναι καταραμένη.
Η Μαριόρα, παρακάλεσε το Χουρσίτ ν’ αφήσει για χάρη της ελεύθερο το χωριό.
Τούτος το σκέφθηκε πολύ, γιατί λογάριαζε να ξεκληρίσει απ’ άκρη σ’ άκρη όλους τους κατοίκους της Νώτιας.
Στο τέλος, πήρε την απόφαση να θάψει ζωντανούς καμμιά δεκαπενταριά, επειδή του είχαν αντισταθεί κι επειδή πληγώσανε μερικούς τούρκους. Παρόλα τα κλάματα και τα παρακαλετά της, η Μαριόρα, ‘δεν κατάφερε να τον πείσει ν’ αλλάξει γνώμη.
Πήρε αυτούς τους δεκαπέντε άντρες, τους παρέδωσε στους σαρικοφόρους, κι αφού αυτοί τους βασανίσανε απάνθρωπα, αφού τους έκαναν τα πιο φρικτά πράγματα, που δεν μπορούν να περιγραφούν, τους έρριξαν μέσα στους λάκκους και τους θάψανε ζωντανούς.
Άφησαν μονάχα τα κεφάλια τους απ’ όξω απ’ το χώμα, για να μαρτυρήσουν ακόμα περισσότερο.
Εκεί κατέβαιναν τα κοράκια και τους τσιμπούσαν τα μάτια. Όλοι τους είχαν μείνει τυφλοί και τα βογγητά τους, οι κραυγές τους και οι προσευχές τους, ακούγονταν ώρες ολόκληρες. Ποιος τολμούσε να πλησιάσει; Ώσπου ήλθε ο θάνατος, τους πήρε μαζί του κι ησύχασαν.
Ο Χουρσίτ, ευτυχισμένος που απόχτησε τον πολύτιμο θησαυρό του, πήρε τη Μαριόρα κι έφυγε την ίδια μέρα για το σπίτι του.
Προηγουμένως άφησε ελεύθερους τους δικούς της, κι όλους τους άλλους,   εκτός   απ΄  τους  δεκαπέντε που  θανατώθηκαν.
Στο δρόμο καθώς την πήγαινε καβάλα πάνω στ’ άλογο του, ο τρομερός εκείνος άνθρωπος απομακρύνθηκε απ’ τους συντρόφους του, θέλοντας να βρει μια κατάλληλη ερημιά και να γλεντήσει με την άμοιρη κοπέλα.
Η Μαριόρα, άμα μείνανε μόνοι, έκανε πως τον χαϊδεύει, και τούτος έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Ξαφνικά όμως τράβηξε απ’ τον κόρφο της  ένα μαχαίρι και  του  το κάρφωσε  στην  καρδιά.
Ο  Χουρσίτ έβγαλε  ένα  βογγητό   κι   έπεσε   απ’ το  άλογο   του.
Ήταν νεκρός.
Τότε, η νέα, πήρε το ζωντανό και καλπάζοντας σαν τον άνεμο, γύρισε μπρος — πίσω στο χωριό της, για ν’ αναγγείλει σ’ όλους το θάνατο του Χουρσίτ. Όλοι τότε τη σήκωσαν στα χέρια και την πήγαν στον πατέρα της και στη μάνα της.
Η Μαριόρα έπεσε στα πόδια τους.
—Συγχωρέστε με! τους είπε. Καταπάτησα τον όρκο μου για λίγες ώρες. Τον καταπάτησα για να μπορέσω να βγάλω από τη μέση τούτο το ανήμερο θηρίο, που μας βασάνιζε χρόνια και χρόνια. Ποτέ δεν απαρνήθηκα το  θεό  μου. θέλω να με πιστέψετε.
Κλαίοντας,  οι δικοί   της,  την  αγκάλιασαν και τη φίλησαν.
—’Νάσαι ευλογημένη, φώναξαν. Ευλογημένη απ’ το Χριστό κι όλους τους Αγίους.
Τι θα κάνουμε όμως τώρα; Τάχα οι τούρκοι δε θα ξαναγυρίσουν στο χωριό  μας,  για να μας τιμωρήσουν;
—Μπορούμε να φύγουμε και να πάρουμε τα βουνά, πρότειναν μερικοί. Είναι το μόνο που μας απομένει να κάνουμε. Τι λέτε κι εσείς  οι  άλλοι;
—Σωστή είναι η σκέψη σας. Καλύτερα όμως να συμμορφωθούμε μ’ αυτά που θα μας πει ο Δεσπότης. Πάμε να τον βρούμε και να του μιλήσουμε.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΜΟΓΛΕΝΩΝ

Ο Μητροπολίτης Μογλενών—όπως είναι γνωστός στην ιστορία του εξισλαμισμού του — Ιωάννης, που είχε μεταθέσει αναγκαστικά την έδρα του στη Νότια, το μόνο χριστιανικό χωριό της περιοχής, κατάλαβε πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος σωτηρίας του ποιμνίου του παρά να υποκύψει στη βία. 

Μερικοί λένε πως στα γύρω χωριά δεν υπήρχαν ακόμα καθόλου τούρκοι, γιατί ήταν πιο φτωχά, κι άλλοι λένε πως είχαν εξισλαμισθεί πιο γρήγορα και πως έτσι ή αλλοιώς, τώρα ήταν η σειρά της  Νότιας να εξισλαμισθεί.
Εξάλλου η τρομοκρατία απ’ τους τούρκους είχε φτάσει στο ανώτατο σημείο και ο βίαιος εξισλαμισμός, το παιδομάζωμα, ο βίαιος αποχωρισμός συγγενών, αδελφών, γονέων ήταν κάτι σύνηθες την εποχή τούτη.
Η ανασφάλεια, ο προπηλακισμός, οι σκοτωμοί, συνηθισμένα κι αυτά φαινόμενα της εποχής τούτης. Η Νότια δεν εξαιρούνταν φυσικά.
Τώρα μάλιστα μετά το θάνατο του Χουρσίτ και την απόδραση της Μαριόρας τα πράγματα γίνανε πολύ δύσκολα και στενά.
Κι σκέψη του Δεσπότη να υποκύψει δηλ. να δεχθεί φαινομενικά το Μωαμεθανισμό — όπως τόσοι και τόσοι άλλοι κρυπτοχριστιανοί — και να περιμένει ύστερα με υπομονή  νά΄ρθουν  καλύτερες μέρες ψυχικής και σωματικής απολύτρωσης ήταν μια λύση.
Τη σκληρή αυτή απόφαση του, ο μητροπολίτης τη φύλαγε μέσα του πολύ καιρό μυστική.
Αλλά δεν μπορούσε πια να την κρατήσει περισσότερο.
Τώρα  μάλιστα  με τα  τελευταία  γεγονότα!…
Είπε λοιπόν, στον αδελφό του Δημήτριο ( = Τούση) που ήταν φτωχός γεωργός, την απόφαση του.
Κι αυτός την παραδέχτηκε στενάζοντας.
Έτσι, αποφάσισαν να την ανακοινώσουν και στους άλλους κατ- οίκους την επομένη το πρωί. θα τους το έλεγαν μετά τη λειτουργία, και προτού ξαναγυρίσουν οι τούρκοι στη Νότια για να τους σφάξουν ή και για να τους πάρουν μαζί τους, όπως γινόταν συνήθως.
Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα του   1759, και ξημέρωνε η Μ. Πέμπτη.
Μερικοί λένε πως την απόφαση για εξισλαμισμό την ανακοίνωσε ο  Δεσπότης  νωρίτερα  στους κατοίκους,  οι οποίοι  όταν συμφώνησαν, αποφάσισαν να   νηστέψουν   σαράντα μέρες  και  να προβούν στο διάβημα τους με την Ανάσταση.
‘Ετσι:
..Ήταν Μεγάλη Πέμπτη, ημέρα της αναμνήσεως της Σταύρωσης του Χριστού, και οι Νοτιώτες, καθώς ο ήλιος συνέχιζε το ταξίδι του,πίσω απ’ τα βουνά της Νότιας, οι χριστιανοί μαζευόντουσαν στη μοναδική Εκκλησία, τότε, του χωριού, της Αγίας Παρασκευής.
Η συρροή ήταν αθρόα.
Δυο παπάδες ανάγνωσαν προς το λαό από την ωραία πύλη του Αγίου Βήματος τις πέντε πρώτες περικοπές του Ευαγγελίου, απ’ τις «νενομιομένες» δώδεκα, όταν ξαφνικά φάνηκε ο αρχιερέας, ο Δεσπότης.
Φαινόταν κίτρινος, ρυτιδωμένος και συντετριμμένος. Σ’ αυτό βοηθούσε και το φως των λαμπάδων των δυο κηροστατών που βρίσκονταν από ένας σε κάθε μια. πλευρά της Ωραίας Πύλης.
Συντετριμμένος και ταπεινός ανάγνωσε την έκτη περικοπή του Ευαγγελίου, που εξιστορεί την καταδίκη του Σωτήρα και τη καταδίκη του.
«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας ».
Η Εκκλησία ήταν κατάμεστη από κόσμο.
Οι καμπάνες της κάλεσαν όλους τους πιστούς.
Η λειτουργία τους ήταν ίσως η τελευταία. 
Γιατί οι τούρκοι ίσως φαίνονταν από στιγμή σε στιγμή, για να τους κατασφάξουν ή απαγάγουν.
Γι αυτό οι πιστοί ήταν λυπημένοι κι έντρομοι, κι ήλθαν όλοι στην Εκκλησία, άντρες γυναίκες, παιδιά, ντυμένοι με τα γιορτινά τους. Κεριά έκαιγαν στα μανουάλια κι ο μικρός πολυέλαιος ήταν κατάφωτος. Καθένας πιστός άναψε και το κερί του.
Μερικοί είχαν πάρει κιόλας τα πράγματα τους κι είχαν φύγει για τα βουνά, όπου θα έμεναν κρυμμένοι μέσα σε σπηλιές   και  χαράδρες.   Όμως  θα πέθαιναν   γρήγορα,   γιατί   ο χειμώνας είναι βαρύς, δω πάνω, και το χιόνι φτάνει και τ’ ανθρώπινο μπόι

Που θα βρίσκανε τροφές, γ:α να καταφέρουν να επιζήσουν; Αυτά που κουβαλούσαν μαζί τους, ήταν λίγα. Δε θα΄φταναν για περισσότερο από δέκα ως δεκαπέντε μέρες, μ’ όση οικονομία κι αν έκαναν.

Ύστερα είναι οι λύκοι και τα τσακάλια. Είναι επικίνδυνα την εποχή τούτη.
Τέτοια αγρίμια, ο τόπος τούτος έχει πολλά, ολόκληρα κοπάδια, ιδίως το χειμώνα.
Καμμιά φορά κατέβαιναν ως μέσα στα χωριά και δεν άφηναν τίποτα ζωντανό. Έμοιαζαν και τούτα με τους τούρκους, αν και οι τελευταίοι, ήταν πιο σκληροί και πιο αιμοβόροι, γιατί περνούσαν τον εαυτό τους για ανθρώπους. Ενώ τ’ αγρίμια είναι αγρίμια.
Η λειτουργία στην Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής συνεχιζόταν κατανυκτικά. Οι ψάλτες έψελναν μελωδικά τα τροπάρια, και χορός από παιδιά κρατούσε το ίσο.
Η λειτουργία προχωρούσε κανονικά, κι όλοι οι πιστοί, αποταμιεύανε στην ψυχή τους καινούργιες ελπίδες. Οι γυναίκες έκλαιγαν. Οι άντρες, μαζεμένοι στα δεξιά της εκκλησίας, έκαναν σιωπηλά το σταυρό τους και τα χείλη τους ψυθίριζαν διάφορες δεήσεις.
Το αυτί τους, όμως, παραμόνευε και τους εξωτερικούς ήχους, γιατί όλοι τους περίμεναν, πως οι τούρκοι  θα έκαναν την   εμφάνισή τους   στο  χωριό εκείνη  τη  μέρα.
«Σήμερον  κρεμάται……
Τα λόγια τούτα απ’ το στόμα του ιερέα, αντηχούσαν, καθώς έβγαινε απ’ τη βόρεια μικρή πορτούλα του Αγίου Βήματος «αίρων» πάνω τον ξύλινο Σταυρό με το ομοίωμα του Χριστού.
Όλοι προσκυνούν τον περιφερόμενο Σταυρό κι ο Δεσπότης γονατίζοντας εκφωνεί:
«Προσκυνούμεν Σου τα πάθη Χριστέ, δείξον ημίν και την Αγίαν Σου Ανάστασιν».

ΜΑΥΡΗ    ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου κτυπάει η καμπάνα και προσκαλεί τους πιστούς να γιορτάσουν την Ανάσταση.

Ήταν η τελευταία γιορτή.
Η αυλή της εκκλησίας μόλις χωρούσε το μεγάλο πλήθος των χριστιανών. Ο Μητροπολίτης ανάγνωσε το Ευαγγέλιο της Ανάστασης, που το κρατούσαν ανοιχτό ο ασπρομάλλης παπάς και ο διάκος.
Όλοι, όμως, αντελήφθησαν, τότε, πως η φωνή του Δεσπότη δεν ήταν σαν άλλοτε σταθερή,  ότι  κάτι αλλόκοτο  είχε σ’  όλο του  το φέρσιμο σήμερα, κι απορούσαν και τον κοίταζαν.
Μετά το τέλος του Ευαγγελίου, ο μητροπολίτης τραβήχτηκε μέσα στο ιερό, γονάτισε σε μια μυστική θαρρείς γωνιά, και με συντριβή καρδιάς, προσευχήθηκε, παρακαλώντας το Θεό, να του δώσει την ψυχική δύναμη που του χρειαζόταν, για ν’ αναγγείλει στο ποίμνιο του, τη φοβερή του  απόφαση.
Τέλος σηκώθηκε.
Η λειτουργία  είχε τελειώσει.
Οι πιστοί, εντωμεταξύ, με αναμμένες τις λαμπάδες τους, όλοι, βάδισαν προς την Ωραία Πύλη, να κοινωνήσουν «των αχράντων μυστηρίων».
Φιλιούνται μεταξύ τους, λένε «Χριστός Ανέστη» και απαντούν «Αληθώς Ανέστη» κι όταν τέλειωναν ετοιμάζονταν να φύγουν, και σκέπτονται τι και πώς θα φάνε, σε τέτοιους άσχημους καιρούς.
Ο Μητροπολίτης Ιωάννης καθώς φανερώθηκε στην Ωραία Πύλη, 
τρέμοντας από συγκίνηση και με λίγα,
 αλλά παλλόμενα λόγια, αφού τους εμπόδισε να φύγουν, 
τους εξήγησε την επιτακτική ανάγκη  
«να   προσχωρήσουν   όλοι  στη   θρησκεία   του  Μωάμεθ».
«Ο Μέγας Θεός, πρόσθεσε, και ο Μονογενής Γιος του του οποίου την Ανάσταση πανηγυρίσαμε σήμερα, λίγο νωρίτερα, αυτοί μόνοι γνωρίζουν τα πάντα, και δε θα θεωρήσουν εμάς ανάξιους της χάριτος τους».
Δε βρισκόμαστε, συνέχισε, στους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού, που οι άνθρωποι προτιμούσαν να υποστούν φοβερότατα μαρτύρια, παρά ν’ αρνηθούν τον Ιησού Χριστό. Στη σημερινή εποχή, η θρησκεία του Χριστού είναι στερεά θεμελιωμένη και οι περιστάσεις της ζωής είναι άλλες.
Γι αυτό, είν’ ανάγκη, παιδιά μου, να πιούμε το πικρό αυτό ποτήρι και ν’ αλλάξουμε, φαινομενικά, την πίστη μας, για να ζήσουμε χάριν της πατρίδας μας ώσπου να έλθει η μέρα  της  οριστικής απολύτρωσης ψυχών  και   σωμάτων.
Η ευλογία του Κυρίου πάνω σας!
Ας δώσουμε τον αδελφικό ασπασμό κι ας παρακαλέσουμε το θεό, να μας δώσει την υπομονή που χρειάζεται σε μια τέτοια σκληρή δοκιμασία.
Ο Θεός που τα ξέρει  όλα,  θα  μας συγχωρέσει.

ΚΑΤΑΠΛΗΞΗ

Τα γεγονότα που επακολούθησαν ήταν δραματικά.
Η ανακοίνωση του μυστικού του Μητροπολίτη, που μόνον ο αδελφός του Δημήτριος γνώριζε, προξένησε τρομερή κατάπληξη στο πλήρωμα του Ιερού Ναού της Αγίας Παρασκευής, που αντηχούσε τώρα από το θόρυβο   και τις επικλήσεις   όλων,  που,   κλαίγοντας,  φιλούσαν   ο ένας τον άλλο και δεν ήξεραν τι τους περίμενε, ούτε μπορούσαν να διανοηθούν τς πιθανές  μελλοντικές περιπέτειες τους.
Η πράξη της εξωμοσίας, γράφτηκε στο αρχαίο πολύτιμο Ευαγγέλιο, στην τελευταία λευκή σελίδα.
Το Ευαγγέλιο τούτο φυλαγόταν, ως το ιερότατο των κειμηλίων της Κοινότητας, σαν εθνικό κειμήλιο να πούμε, απ’ τον εισπράκτορα του δημοσίου.
Μετά την ανταλλαγή  των πληθυσμών του   1923,  κανείς  δεν  ξέρει  τι  έγινε.
‘Επειτα οι παπάδες και οι ψάλτες της εκκλησίας, πήραν το δισκοπότηρο, τους σταυρούς, τα εξαπτέρυγα και τ’ άλλα ιερά σκεύη του ναού και τέλος μάζεψαν όλα τα εικονίσματα και τα πήγαν να τα θάψουν σε μυστικό μέρος, που δυο ή τρεις γνώριζαν μονάχα. Άλλοι λένε πως τα κατάστρεψαν όλα, για να μην τα πάρουν και τα μολύνουν, οι τούρκοι.
Μόνον την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, που ήταν πολιούχος των Νωτίων, εντοίχισαν καλά και την έκρυψαν στην εκκλησία.
Και οι παλιοί Νωτιώτες, παρότι μουσουλμάνοι, γιόρταζαν κατά την ημέρα της μνήμης της αρχαίας τους Αγίας Προστάτιδας.
Και σήμερα απ’ το χωριό γιορτάζεται η μέρα της Αγίας Παρασκευής με πολλή  κατάνυξη.

Ο ΜΟΥΦΤΗΣ  ΦΛΩΡΙΝΑΣ

Ο Μουφτής της Φλώρινας πήγε στα Νώτια κι έβαλε όλους τους κατοίκους να δώσουν όρκο πίστης στην καινούρια τους θρησκεία.
Σε λίγους μήνες χτίστηκε κι ένα τζαμί στο χωριό και πήγε και Χότζας.
Οι Νοτιώτες ήταν αναγκασμένοι να πηγαίνουν στο τζαμί κάθε Παρασκευή, αλλά το βράδυ, στα σπίτια τους, προσεύχονταν στο θεό των χριστιανών.
Κι απ’ το μιναρέ του τζαμιού ακουόταν η φωνή του Ιμάμη με προσευχές του Κορανίου, οι γυναίκες όμως της Νότιας, τα ψυχοσάββαια, άναβαν κερί πάνω στους τάφους των δικών τους.
Ο Μουφτής της Φλώρινας, κάλεσε τον Μητροπολίτη Ιωάννη, τον προχείρισε  Ιεροδικαστή και τον έστειλε  στη  Λάρισα.
Κι ο δυστυχισμένος Ιωάννης, που ονομαζόταν τώρα Αλής, υποχρεώθηκε να κηρύττει μέσα στα τζαμιά της Λάρισας, το  Κοράνι!
Άνθρωπος σιδερένιας υπομονής όμως, μπορούσε να παίζει καλά το μοιραίο του  ρόλο..
Και τα χρόνια κυλούσαν….

Ο ΑΛΗΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

Μια μέρα, ο πρώην Δεσπότης, που  βρισκόταν σ’ ένα καφενείο, είδε να μπαίνει ένας χωρικός, ξενοφερμένος.

Ήταν ο αδελφός του Δημήτριος, που μη μπορώντας να βαστάξει τον Μωαμεθανισμό, παράτησε τα Νοτιά, κι έφυγε για τη Λάρισα.
Άλλοι λένε, πως, η αιτία που πήγε ο Δημήτριος νάβρει τον αδελφό του, ήταν ότι κάποτε ο Δεσπότης Ιωάννης είχε αφορίσει έναν κάτοικο του Αετοχωρίου του οποίου δεν έλυωνε το σώμα μετά τον θάνατο.

Οι Αετοχωρίτες ανάγκασαν τότε τον Δημήτριο να πάει στη Λάρισα για να συναντήσει τον αδελφό του και να άρει τον αφορισμό.

Σε μια άκρη του καφενείου, έγινε η δραματική συνάντηση των δυο αδελφών. Έπειτα πήγαν στο σπίτι του πρώην ρασοφόρου, και, τα είπαν καλύτερα.
Εκείνες τις μέρες, ήταν άνοιξη πια του 1766, διάφορες πολεμικές ειδήσεις είχαν φτάσε: στη Λάρισα, που είχαν αναστατώσει τους τούρκους, κι είχαν ανάψει μεγάλες ελπίδες στις καρδιές των Ελλήνων.
Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, είχε κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας.
Ο ρωσικός στόλος, υπό τον ναύαρχο Σπυριδώφ, περιέπλεε τα νησιά του Αιγαίου και τ’ άλλα Ελληνικά παράλια, για να ξεσηκώσει τον πληθυσμό σ’ επανάσταση.
Ο συναγερμός ήταν γενικός.
Ο Σπυριδώφ, μοίραζε όπλα, σημαίες, ιερά σκεύη, σταυρούς, Ευαγγέλια, και αναμνηστικά μετάλλια, με την εικόνα της Μεγάλης Αικατερίνης.
Ή είδηση, πως ένας κεραυνός έπεσε πάνω στην Αγια Σοφιά και γκρέμισε ένας από τους τέσσερις μιναρέδες της, ενθουσίασε περισσότερο τους  ‘Ελληνες.
Τέλος, ο στόλος της Τσαρίνας της Ρωσίας, που κυβερνούσε ο Θεόδωρος Ορλώφ,  φανερώθηκε   στο Οίτυλο  της   Μάνης.
Η τελευταία τούτη είδηση, φλόγισε την ψυχή του πρώην Μητροπολίτη Μογλενών.
—Αδελφέ μου, είπε στο Δημήτρη έτοιμος να πεθάνω για  το   Χριστό μας.
Έπειτα, κρατώντας ένα Ευαγγέλιο, που το φύλαγε κρυμμένο στα βάση της κασέλας του, πήγε στο Τουρχάν τζαμί, που ήταν κοντά στη γέφυρα του Πηνειού ποταμού.
Το τζαμί ήταν γεμάτο τούρκους, που έκαναν τη μεσημεριάτικη προσευχή τους.
Ο   Ιωάννης  ανέβηκε  στον άμβωνα να  κηρύξει
Οι τούρκοι στάθηκαν προσεκτικοί.
Ο Μητροπολίτης έκανε το σημείο του Σταυρού και φώναξε:
— Ένας είναι ο Θεός, ο αληθινός Θεός! Ο Ιησούς Χριστός, που γεννήθηκε και σταυρώθηκε, για να σώσει τον κόσμο!
Κι αυτό είναι το Ευαγγέλιο του!
Δεν πρόφθασε να πει περισσότερα. Άγριες φωνές ακούστηκαν από παντού:
—Θάνατος στον άπιστο Μουλά (= Ιεροδικαστή)! Θάνατος στο προδότη!
Έπεσαν άγριοι πάνω του και τον κατάσφαξαν μέσα στα τζαμί.
Αυτό έγινε στις 5 Απριλίου 1766, όπως γράφει το παλιό χειρόγραφο.

Η   ΑΓΧΟΝΗ

Την ίδια μέρα, έπιασαν και τον αδελφό του μάρτυρα, και τον κρέμασαν.  Τον  Δημήτριο τον   κατέδωσε  κάποιος κατάσκοπος.
Τα δυο πτώματα τά΄ριξαν μέσα σ» ένα βόθρο και πάνω τους τοποθέτησαν μια πέτρα που έγραφε:
ΝΕ ΒΙΖΙΜ, ΚΕ SIZIN Ι) ΝΕ = τουρ. σύνδεσμος = ούτε 2) ΒΙΖΙΜ = τουρ. αντωνυμία = δικός μας 3) SIZIN = τουρ. αντ. = δικός σας δηλ. ούτε δικός μας, ούτε δικός σας.
Στο καθαρευουσιάνικο χρονικό τη μετάφραση τη συναντούμε: ουδέ ημέτερος, ουδέ υμέτερος.
Όταν μαθεύτηκε στη Νότια το τραγικό τούτο περιστατικό, οι προεστοί του χωριού δεν μπόρεσαν να κρατήσουν περισσότερο.
Την ίδια νύχτα πήγαν και γκρέμισαν το τζαμί, πήραν τις κρυμμένες εικόνες τους και βγήκαν στα βουνά, όπου έζησαν πάλι σαν καλοί χριστιανοί.
Τα παιδιά τους τα εγγόνια τους ακολούθησαν τον ρου του Ελληνισμού και πήραν μέρος σ’ όλους τους αγώνες του γένους.

 

Η    ΣΟΦΙΑ

Μια άλλη παράδοση του χωριού λέει ότι αιτία της αλλαξοπιστίας ήταν μια νέα, που ονομαζόταν Σοφία και που την αγαπούσε ο γιος του Πασά της Νότιας.
Η αγάπη τούτη όμως ήταν μονόπλευρη.
Η Σοφία όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν, αλλά ούτε ν’ ακούσει ήθελε για τέτοια αγάπη και πως θα παντρευόταν τούρκο και θα τουρκέψει.
Αυτό στάθηκε αφορμή να γίνουν φοβερότεροι και συχνότεροι οι διωγμοί κατά των χριστιανών και ύστερα από παρακλήσεις των συγγενών της και των συγχωριανών της, η Σοφία δέχθηκε να συναντηθεί με το νεαρό τουρκόπουλο, το γιο του πασά, όξω απ’ το χωριό, τυχαία τάχα, για να μιλήσουν.
Έτσι καβάλα σε δυο άσπρα άλογα, συναντήθηκαν και τα λέγανε.
Η Σοφία είχε το σχέδιο της, και κει που όλα πήγαιναν κατά πως ήθελε το πασόπουλο, η Σοφία με τρόπο, μόλις της δόθηκε η ευκαιρία, το σκότωσε.

Αυτός ο φόνος ήταν η αιτία ν’ αλλναξοπιστήσουν οι Νοτιώτες. Γιατί οι τούρκοι βρήκαν ευκαρία και τους Θέοαν, να διαλέξουν ανάμεσα σε δυο όρους:
Ι) Ή να αλλάξουν την πίστη τους, οπότε δε Θα πειράξουν κανέναν,
2)  ή Θα τους σκοτώσουν όλους.
Απ’ ό,τι είδαμε, οι Νοτιώτες διάλεξαν τον πρώτο, κι αλλαξοπίστησαν.

ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ ΦΛΩΡΙΝΙΩΤΩΝ
Στο περιοδικό ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ—Φλώρινας (αριθ. τευχ. Ι — !957) και  στη σελίδα 30,  ο μακαρίτης  Παντελής   Βλάσης  γράφει:

«Και να γιατί κατά μίαν παράδοσιν έγινε αυτό.
Οι χριστιανοί των Μογλενών (Καρατζόβας) μη δυνηθέντες, κατά μίαν περίοδον, να υποφέρουν τα βάσανα και τας πιέσεις εις τας οποίας υπεβάλλοντο, υπέκυψαν και αλλαξοπίστησαν, μάλιστα δε μετά του Μητροπολίτου των, τον οποίον και οι Τούρκοι διώρισαν Χότζα εις την Λάρισαν.
Ένας όμως εκ των αδελφών του Μητροπολίτου—Χότζα, βαρέως φέρων την αλλαξοπιστίαν του αδελφού του, τον κατέρριψεν από τον Μιναρέν κατά την ώραν της τελέσεως του προσκυνήματος και τον εφόνευσεν».
Στο ίδιο τεύχος και στη σελίδα 32 η μακαρίτισσα Φανή Αργυρίου, 88 χρόνων το 1957, δήλωσε κοντά σ’ άλλα στον κ. Νικόλαο Λούστα και τα  εξής:
«…Δεν είναι σε θέση (η μακαρίτισσα Φανή Αργυρίου) να μας πληροφορήσει πότε ακριβώς ιδρύθηκε η Μητρόπολι Φλωρίνης, μα, όσον αφορά τον μύθο του Δεσπότου, η καλή μας δέσποινα, μας λέγει ότι δεν είναι μύθος, αλλά γεγονός. Γεγονός γραμμένο και σε βιβλιαράκι που το εδιάβασε πολλές φορές η ίδια και η κόρη της κ. Ελένη Σιμού, γυναίκα του αειμνήστου  οπλαρχηγού  Μακεδονομάχου Σιμού  (Ιωαννίδη)  από τ’ Άλωνα.
Το βιβλιαράκι με την ιστορία της Νώτιας—όπως μας είπε—της το έδωσε μάλιστα ο Μητροπολίτης Φλωρίνης—Μογλενών Προκόπιος και ευρίσκετο πολλά χρόνια στα χέρια της» το έδωσε όμως στον αείμνηστο αρχιμανδρίτη Παπα Δράμπη, που δεν της το επέστρεψε.
Κατά το βιβλιαράκι λοιπόν αυτό, οι Τούρκοι επέδραμαν κατά της   εκκλησίας   ημέραν  του   Πάσχα.
Το εκκλησίασμα το έσφαξαν, τον δε Μητροπολίτη τον, υποχρέωσαν ν’ αλλαξοπιστήση υπό την φοβέραν της   βίας.
Ο αδελφός του Μητροπολίτου που κατοικούσε στην Κων)πολη ήλθε στη Νώτια, πρωτεύουσα της Αριδαίας (Καρατζόβας) έβγαλε μία μέρα τον αλλαξοπιστήσαντα αδελφό του σε περίπατο κι εκεί του εφύτεψε 2 σφαίρες στην καρδιά.
Στον τόπο του εγκλήματος εκάρφωσε σ’ ένα σανίδι ένα σημείωμα με τις φράσεις:

«ούτε δικός μας, ούτε δικός σας».
Μάλιστα η λαϊκή μούσα έγραψε για το συνταρακτικό αυτό γεγονός τραγούδι που δυστυχώς δεν το θυμάται καλά, εν αντιθέσει με άλλα,  που  τα θυμάται πάρα πολύ.   Να  μερικά   λόγια  του:
Πότε, πού είχε ακουστή.
Δεσπότης,  Τούρκος να  γενή.
Το Πάσχα οι Χριστιανοί
στην Εκκλησιά πηγαίνουν
Κι ο Δεσπότης   στο τζαμί  κλπ.
Αυτά μόνον  είναι  γραμμένα.
Μια τελευταία παράδοση λέει — όπως μου την διηγήθηκαν στο Αετοχώρι τον Αύγουστο του 1978 — πως, αλλαξοπίστησαν οι βλαχόφωνοι κάτοικοι της Νότιας, ενώ οι ντόπιοι, δε δέχθηκαν και φύγανε με αρχηγό και οδηγό τον Τούση (Δημήτριο). Ο Τούσης, ήταν αδελφός του   εξισλαμισθέντα   Μητροπολίτη   Μογλενών.
Οι φυγάδες εγκαταστάθηκαν και δημιούργησαν νέο χωριό, που ονομάστηκε Τούσιμ ή Τούσιανη (απ’ το όνομα του Τούση) και που σήμερα  λέγεται Αετοχώρι.

Λάζαρος  Α.  Μέλλιος,
Λαογράφος – Iστορικός
@pastritsis

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s