Το Πάσχα του 1759

18/04/2016

notia1

Πάσχα 1759 – Μητρόπολη Μογλενών

Ο Μητροπολίτης Μογλενών Ιωάννης, που είχε μεταθέσει αναγκαστικά την έδρα του στη Νότια, το μόνο χριστιανικό χωριό της περιοχής, κατάλαβε πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος σωτηρίας του ποιμνίου του παρά να υποκύψει στη βία. 

Μερικοί λένε πως στα γύρω χωριά δεν υπήρχαν ακόμα καθόλου τούρκοι, γιατί ήταν πιο φτωχά, κι άλλοι λένε πως είχαν εξισλαμισθεί πιο γρήγορα και πως έτσι ή αλλιώς, τώρα ήταν η σειρά της  Νότιας να εξισλαμισθεί.
Εξάλλου η τρομοκρατία απ’ τους τούρκους είχε φτάσει στο ανώτατο σημείο και ο βίαιος εξισλαμισμός, το παιδομάζωμα, ο βίαιος αποχωρισμός συγγενών, αδελφών, γονέων ήταν κάτι σύνηθες την εποχή τούτη.
Η ανασφάλεια, ο προπηλακισμός, οι σκοτωμοί, συνηθισμένα κι αυτά φαινόμενα της εποχής τούτης. Η Νότια δεν εξαιρούνταν φυσικά.
Τώρα μάλιστα μετά το θάνατο του Χουρσίτ και την απόδραση της Μαριόρας τα πράγματα γίνανε πολύ δύσκολα και στενά.
Κι σκέψη του Δεσπότη να υποκύψει δηλ. να δεχθεί φαινομενικά το Μωαμεθανισμό — όπως τόσοι και τόσοι άλλοι κρυπτοχριστιανοί — και να περιμένει ύστερα με υπομονή  να ‘ρθουν  καλύτερες μέρες ψυχικής και σωματικής απολύτρωσης ήταν μια λύση.
Τη σκληρή αυτή απόφαση του, ο μητροπολίτης τη φύλαγε μέσα του πολύ καιρό μυστική.
Αλλά δεν μπορούσε πια να την κρατήσει περισσότερο.
Τώρα  μάλιστα  με τα  τελευταία  γεγονότα!…
Είπε λοιπόν, στον αδελφό του Δημήτριο ( = Τούση) που ήταν φτωχός γεωργός, την απόφαση του.
Κι αυτός την παραδέχτηκε στενάζοντας.
Έτσι, αποφάσισαν να την ανακοινώσουν και στους άλλους κατοίκους την επόμενη το πρωί. θα τους το έλεγαν μετά τη λειτουργία, και προτού ξαναγυρίσουν οι τούρκοι στη Νότια για να τους σφάξουν ή και για να τους πάρουν μαζί τους, όπως γινόταν συνήθως.
Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα του   1759, και ξημέρωνε η Μ. Πέμπτη.
Μερικοί λένε πως την απόφαση για εξισλαμισμό την ανακοίνωσε ο  Δεσπότης  νωρίτερα  στους κατοίκους,  οι οποίοι  όταν συμφώνησαν, αποφάσισαν να   νηστέψουν   σαράντα μέρες  και  να προβούν στο διάβημα τους με την Ανάσταση.

..Ήταν Μεγάλη Πέμπτη, ημέρα της αναμνήσεως της Σταύρωσης του Χριστού, και οι Νοτιώτες, καθώς ο ήλιος συνέχιζε το ταξίδι του, πίσω απ’ τα βουνά της Νότιας, οι χριστιανοί μαζευόντουσαν στη μοναδική Εκκλησία, τότε, του χωριού, της Αγίας Παρασκευής.
Η συρροή ήταν αθρόα.
Δυο παπάδες ανάγνωσαν προς το λαό από την ωραία πύλη του Αγίου Βήματος τις πέντε πρώτες περικοπές του Ευαγγελίου, απ’ τις «νενομιομένες» δώδεκα, όταν ξαφνικά φάνηκε ο αρχιερέας, ο Δεσπότης.
Φαινόταν κίτρινος, ρυτιδωμένος και συντετριμμένος. Σ’ αυτό βοηθούσε και το φως των λαμπάδων των δυο κηροστατών που βρίσκονταν από ένας σε κάθε μια. πλευρά της Ωραίας Πύλης.
Συντετριμμένος και ταπεινός ανάγνωσε την έκτη περικοπή του Ευαγγελίου, που εξιστορεί την καταδίκη του Σωτήρα και τη σταύρωσή  του.
«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας ».
Η Εκκλησία ήταν κατάμεστη από κόσμο.
Οι καμπάνες της κάλεσαν όλους τους πιστούς.
Η λειτουργία τους ήταν ίσως η τελευταία. 
Γιατί οι τούρκοι ίσως φαίνονταν από στιγμή σε στιγμή, για να τους κατασφάξουν ή απαγάγουν.
Γι αυτό οι πιστοί ήταν λυπημένοι κι έντρομοι, κι ήλθαν όλοι στην Εκκλησία, άντρες γυναίκες, παιδιά, ντυμένοι με τα γιορτινά τους. Κεριά έκαιγαν στα μανουάλια κι ο μικρός πολυέλαιος ήταν κατάφωτος. Καθένας πιστός άναψε και το κερί του.
Μερικοί είχαν πάρει κιόλας τα πράγματα τους κι είχαν φύγει για τα βουνά, όπου θα έμεναν κρυμμένοι μέσα σε σπηλιές   και  χαράδρες.   Όμως  θα πέθαιναν   γρήγορα,   γιατί   ο χειμώνας είναι βαρύς, δω πάνω, και το χιόνι φτάνει και τ’ ανθρώπινο μπόι

Που θα βρίσκανε τροφές, για να καταφέρουν να επιζήσουν; Αυτά που κουβαλούσαν μαζί τους, ήταν λίγα. Δε θα ‘φταναν για περισσότερο από δέκα ως δεκαπέντε μέρες, μ’ όση οικονομία κι αν έκαναν.

Ύστερα είναι οι λύκοι και τα τσακάλια. Είναι επικίνδυνα την εποχή τούτη.
Τέτοια αγρίμια, ο τόπος τούτος έχει πολλά, ολόκληρα κοπάδια, ιδίως το χειμώνα.
Καμιά φορά κατέβαιναν ως μέσα στα χωριά και δεν άφηναν τίποτα ζωντανό. Έμοιαζαν και τούτα με τους τούρκους, αν και οι τελευταίοι, ήταν πιο σκληροί και πιο αιμοβόροι, γιατί περνούσαν τον εαυτό τους για ανθρώπους. Ενώ τ’ αγρίμια είναι αγρίμια.
Η λειτουργία στην Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής συνεχιζόταν κατανυκτικά. Οι ψάλτες έψελναν μελωδικά τα τροπάρια, και χορός από παιδιά κρατούσε το ίσο.
Η λειτουργία προχωρούσε κανονικά, κι όλοι οι πιστοί, αποταμιεύανε στην ψυχή τους καινούργιες ελπίδες. Οι γυναίκες έκλαιγαν. Οι άντρες, μαζεμένοι στα δεξιά της εκκλησίας, έκαναν σιωπηλά το σταυρό τους και τα χείλη τους ψυθίριζαν διάφορες δεήσεις.
Το αυτί τους, όμως, παραμόνευε και τους εξωτερικούς ήχους, γιατί όλοι τους περίμεναν, πως οι τούρκοι  θα έκαναν την   εμφάνισή τους   στο  χωριό εκείνη  τη  μέρα.
«Σήμερον  κρεμάται……
Τα λόγια τούτα απ’ το στόμα του ιερέα, αντηχούσαν, καθώς έβγαινε απ’ τη βόρεια μικρή πορτούλα του Αγίου Βήματος «αίρων» πάνω τον ξύλινο Σταυρό με το ομοίωμα του Χριστού.
Όλοι προσκυνούν τον περιφερόμενο Σταυρό κι ο Δεσπότης γονατίζοντας εκφωνεί:
«Προσκυνούμεν Σου τα πάθη Χριστέ, δείξον ημίν και την Αγίαν Σου Ανάστασιν».

Τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου κτυπάει η καμπάνα και προσκαλεί τους πιστούς να γιορτάσουν την Ανάσταση.

Ήταν η τελευταία γιορτή.
Η αυλή της εκκλησίας μόλις χωρούσε το μεγάλο πλήθος των χριστιανών. Ο Μητροπολίτης ανάγνωσε το Ευαγγέλιο της Ανάστασης, που το κρατούσαν ανοιχτό ο ασπρομάλλης παπάς και ο διάκος.
Όλοι, όμως, αντελήφθησαν, τότε, πως η φωνή του Δεσπότη δεν ήταν σαν άλλοτε σταθερή,  ότι  κάτι αλλόκοτο  είχε σ’  όλο του  το φέρσιμο σήμερα, κι απορούσαν και τον κοίταζαν.
Μετά το τέλος του Ευαγγελίου, ο μητροπολίτης τραβήχτηκε μέσα στο ιερό, γονάτισε σε μια μυστική θαρρείς γωνιά, και με συντριβή καρδιάς, προσευχήθηκε, παρακαλώντας το Θεό, να του δώσει την ψυχική δύναμη που του χρειαζόταν, για ν’ αναγγείλει στο ποίμνιο του, τη φοβερή του  απόφαση.
Τέλος σηκώθηκε.
Η λειτουργία  είχε τελειώσει.
Οι πιστοί, εντωμεταξύ, με αναμμένες τις λαμπάδες τους, όλοι, βάδισαν προς την Ωραία Πύλη, να κοινωνήσουν «των αχράντων μυστηρίων».
Φιλιούνται μεταξύ τους, λένε «Χριστός Ανέστη» και απαντούν «Αληθώς Ανέστη» κι όταν τέλειωναν ετοιμάζονταν να φύγουν, και σκέπτονται τι και πώς θα φάνε, σε τέτοιους άσχημους καιρούς.
Ο Μητροπολίτης Ιωάννης καθώς φανερώθηκε στην Ωραία Πύλη, 
τρέμοντας από συγκίνηση και με λίγα,
 αλλά παλλόμενα λόγια, αφού τους εμπόδισε να φύγουν, 
τους εξήγησε την επιτακτική ανάγκη  
«να   προσχωρήσουν   όλοι  στη   θρησκεία   του  Μωάμεθ».
«Ο Μέγας Θεός, πρόσθεσε, και ο Μονογενής Γιος του του οποίου την Ανάσταση πανηγυρίσαμε σήμερα, λίγο νωρίτερα, αυτοί μόνοι γνωρίζουν τα πάντα, και δε θα θεωρήσουν εμάς ανάξιους της χάριτος τους».
Δε βρισκόμαστε, συνέχισε, στους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού, που οι άνθρωποι προτιμούσαν να υποστούν φοβερότατα μαρτύρια, παρά ν’ αρνηθούν τον Ιησού Χριστό. Στη σημερινή εποχή, η θρησκεία του Χριστού είναι στερεά θεμελιωμένη και οι περιστάσεις της ζωής είναι άλλες.
Γι αυτό, είν’ ανάγκη, παιδιά μου, να πιούμε το πικρό αυτό ποτήρι και ν’ αλλάξουμε, φαινομενικά, την πίστη μας, για να ζήσουμε χάριν της πατρίδας μας ώσπου να έλθει η μέρα  της  οριστικής απολύτρωσης ψυχών  και   σωμάτων.
Η ευλογία του Κυρίου πάνω σας!
Ας δώσουμε τον αδελφικό ασπασμό κι ας παρακαλέσουμε το θεό, να μας δώσει την υπομονή που χρειάζεται σε μια τέτοια σκληρή δοκιμασία.
Ο Θεός που τα ξέρει  όλα,  θα  μας συγχωρέσει.

Τα γεγονότα που επακολούθησαν ήταν δραματικά.
Η ανακοίνωση του μυστικού του Μητροπολίτη, που μόνον ο αδελφός του Δημήτριος γνώριζε, προξένησε τρομερή κατάπληξη στο πλήρωμα του Ιερού Ναού της Αγίας Παρασκευής, που αντηχούσε τώρα από το θόρυβο   και τις επικλήσεις   όλων,  που,   κλαίγοντας,  φιλούσαν   ο ένας τον άλλο και δεν ήξεραν τι τους περίμενε, ούτε μπορούσαν να διανοηθούν τς πιθανές  μελλοντικές περιπέτειες τους.
Η πράξη της εξωμοσίας, γράφτηκε στο αρχαίο πολύτιμο Ευαγγέλιο, στην τελευταία λευκή σελίδα.
Το Ευαγγέλιο τούτο φυλαγόταν, ως το ιερότατο των κειμηλίων της Κοινότητας, σαν εθνικό κειμήλιο να πούμε, απ’ τον εισπράκτορα του δημοσίου.
Μετά την ανταλλαγή  των πληθυσμών του   1923,  κανείς  δεν  ξέρει  τι  έγινε.
‘Επειτα οι παπάδες και οι ψάλτες της εκκλησίας, πήραν το δισκοπότηρο, τους σταυρούς, τα εξαπτέρυγα και τ’ άλλα ιερά σκεύη του ναού και τέλος μάζεψαν όλα τα εικονίσματα και τα πήγαν να τα θάψουν σε μυστικό μέρος, που δυο ή τρεις γνώριζαν μονάχα. Άλλοι λένε πως τα κατέστρεψαν όλα, για να μην τα πάρουν και τα μολύνουν, οι τούρκοι.
Μόνον την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, που ήταν πολιούχος των Νωτίων, εντοίχισαν καλά και την έκρυψαν στην εκκλησία.
Και οι παλιοί Νωτιώτες, παρότι μουσουλμάνοι, γιόρταζαν κατά την ημέρα της μνήμης της αρχαίας τους Αγίας Προστάτιδας.
Λάζαρος  Α.  Μέλλιος,

Λαογράφος – Iστορικός

 

« αποκαλυπτικά στοιχεία έρευνας τουρκικής εφημερίδας, που καταγράφει μόνο τα τελευταία τρία χρόνια στην Τουρκία τον εξωφρενικό αριθμό των 8.000.000 πωλήσεων Αγίων Γραφών, στην τουρκική γλώσσα!!! (σ.σ. πράγμα που δείχνει πως είναι πραγματικά πολλά εκατομμύρια οι Κρυπτοχριστιανοί στην Τουρκία) »

Δημοσιογράφος Νίκος Χειλαδάκης

 

@pastritsis

 

 


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.